Tag Archives: ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ

Πως μπορεί ο γονιός να είναι ενθαρρυντικός;

Standard

Η ενθάρρυνση ως τρόπος συναλλαγής με τους άλλους είναι βοηθητική σε οποιαδήποτε μορφή σχέσης και σε οποιαδήποτε ηλικία ίσως γιατί όλοι έχουμε κρυμμένο ένα αποθαρρυμένο παιδί. Ας αποφασίσουμε να εντάξουμε την ενθάρρυνση στη ζωή μας ξεχωρίζοντας την όμως από τον έπαινο.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ενθάρρυνση, μαθαίνει να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στους άλλους, στη ζωή. Γίνεται ένας αισιόδοξος και ικανός μαχητής της ζωής.

Ενθαρρύνω κατά το λεξικό σημαίνει εμπνέω θάρρος, εμψυχώνω, ζωογονώ, ενισχύω.

Η ενθάρρυνση στη διαπαιδαγώγηση είναι τόσο σημαντική και απαραίτητη όσο το νερό στο φυτό. Η ενθάρρυνση είναι το εργαλείο για την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης.

Είναι πολλές οι φορές που η ενθάρρυνση συγχέεται με τον έπαινο. Δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα. Ενθαρρύνουμε τη διαδικασία και επαινούμε το αποτέλεσμα. Ο έπαινος αφορά τον άνθρωπο ενώ η ενθάρρυνση την πράξη. Ο έπαινος άλλωστε είναι απολύτως ανισότιμος. Συνήθως επαινεί ο ανώτερος τον κατώτερο.

Ας βοηθάμε το παιδί να αναπτύξει το θάρρος να είναι ατελές.

Ας μην παίρνουμε το λάθος για αποτυχία.

Ας επιδοκιμάζουμε την προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμα.

Ας εργαζόμαστε για τη βελτίωση, όχι για την τελειότητα.

Ας ξεχωρίζουμε την πράξη από εκείνον που την εκτελεί.

Ας μάθουμε να δείχνουμε την εμπιστοσύνη μας με ειλικρίνεια.

Ας αναγνωρίζουμε στο παιδί την διαφορετικότητά του.

Ας επιθυμούμε συνεχώς την ένταξή του μέσα στην ομάδα.

Ας μάθουμε να εστιαζόμαστε στα θετικά του.

Ας εστιαστούμε στην ενθάρρυνση, απλά αποφεύγοντας την αποθάρρυνση.

Μόλις εμφανισθεί η αποθάρρυνση η οποία συνήθως πάει μαζί με την κριτική και καταλήγει στην επίκριση, διαστρεβλώνεται η προσωπικότητα.

Η αποθάρρυνση μειώνει τον αυτοσεβασμό, καθιστά το παιδί ευάλωτο, δειλό, φοβισμένο και μειώνει την ψυχική του αντοχή.

Η αποθάρρυνση οδηγεί το παιδί σε μια ηττοπαθή συμπεριφορά και το κατευθύνει στο να αφήνει κάθε προσπάθεια ιδιαίτερα όταν έρθει αντιμέτωπο με οτιδήποτε του προκαλεί δυσκολία ή το φέρνει σε αμηχανία. Σε άλλες περιπτώσεις οδηγεί στην επανάσταση και στην παραβατική συμπεριφορά.

Η αποθάρρυνση μεγαλώνει το αίσθημα κατωτερότητας που όλα τα ανθρώπινα πλάσματα δοκιμάζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και συχνά οδηγεί στην εκδίκηση.

Ο έπαινος ενδέχεται να έχει ένα ενθαρρυντικό αποτέλεσμα σε μερικά παιδία, δεν είναι λίγες όμως οι φορές που αποθαρρύνει και προκαλεί αγωνία και φόβο. Μερικά φτάνουν στο σημείο να εξαρτηθούν από αυτόν και να δουλεύουν αποκλειστικά για την αναγνώριση σε ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς. Επιτυχία που συνοδεύεται από έπαινο για το αποτέλεσμα, μπορεί να φοβίσει το παιδί πως δεν θα μπορέσει να το επαναλάβει ποτέ πια και τελικά να παραιτηθεί.

Ενθάρρυνση λοιπόν και όχι έπαινος ας είναι το μέλημα κάθε υπεύθυνου γονέα.

Eρατώ Χατζημιχαλάκη, Οικογενειακή Σύμβουλος

Το άρθρο δημοσιεύτηκε εδώ

Υπευθυνότητα και παιδί

Standard

Γράφει η Γεωργία Λάττα

Αυτό που ζητάμε είναι…

παιδιά που αναλαμβάνουν ευθύνες, που ολοκληρώνουν την εργασία που τους έχει ανατεθεί, που δεν δικαιολογούν τα λάθη τους επιρρίπτοντας αλλού τις ευθύνες. Πώς όμως θα τα καταφέρουμε; Καλλιεργώντας την υπευθυνότητα στα παιδιά, μέσα από τη συμπεριφορά και το παράδειγμά μας. Εξηγώντας αναλυτικά τι περιμένουμε απ’ αυτά και βοηθώντας τα – μόνο όταν είναι απαραίτητο – να τα πετύχουν. Αναθέτοντάς τους σταδιακά νέα, λογικά καθήκοντα. Δείχνοντάς τους εμπιστοσύνη και σεβασμό.

Ο δρόμος προς την υπευθυνότητα…

ξεκινά από νωρίς, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. Ακόμη κι όταν είναι πολύ μικρό, όταν εκδηλώνει μια συμπεριφορά που δεν είναι επιθυμητή (πχ σκορπίζει παντού τα παιχνίδια του), θα πρέπει να του λέμε «όχι» και να του εξηγούμε το λόγο (κουράζομαι να τα τακτοποιώ). Δεν αρκεί βέβαια να εντοπίζουμε μια μη επιθυμητή συμπεριφορά. Πρέπει να βοηθάμε το παιδί να καταλάβει, εξηγώντας του τι ήταν λάθος και αποσαφηνίζοντας τι θα έπρεπε να κάνει, πώς θα έπρεπε να φερθεί στη συγκεκριμένη περίσταση. Οι αρμοδιότητες κι οι κανόνες πρέπει να είναι ξεκάθαροι. Οι συνέπειες από τη μη τήρησή τους πρέπει να έχουν γνωστοποιηθεί, να εφαρμόζονται ήρεμα, να είναι δίκαιες και λογικές.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει, τα καθήκοντα που αναλαμβάνει αυξάνονται. Ένα τετράχρονο παιδί αρκεί να είναι υπεύθυνο για την τακτοποίηση κάποιων προσωπικών του αντικειμένων, ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να βοηθά στο σερβίρισμα του φαγητού, στην καθαριότητα του σπιτιού… Αναλαμβάνοντας αρμοδιότητες σε εργασίες που αφορούν την οικογένεια συνολικά, νιώθει πληρέστερα τον εαυτό του ως μέλος μιας ομάδας. Παράλληλα, καθώς μεγαλώνει καλείται να επιδείξει κατάλληλη συμπεριφορά σε διάφορες περιστάσεις, ολοένα και πιο απαιτητικές. Δεν θεωρούμε ποτέ αυτονόητο ότι το παιδί γνωρίζει πώς πρέπει να φερθεί. Διδάσκουμε με τα λόγια, με τη στάση και τη συμπεριφορά μας.

Οι ενοχές κι οι ανασφάλειες

Οι ενοχές κι οι ανασφάλειες των γονέων και των ενηλίκων γενικότερα που διαπαιδαγωγούν τα παιδιά, λειτουργούν αρνητικά στην κατεύθυνση καλλιέργειας της υπευθυνότητας. Ένας ενοχικός ενήλικας, προσπαθεί μέσα από τη διαρκή, χωρίς μέτρο, παραχώρηση να αναπληρώσει όσα πιστεύει ότι στερεί από το παιδί. Ο ανασφαλής ενήλικας, που τρέμει μήπως χάσει την αποδοχή του παιδιού που έχει απέναντί του, δεν του χαλά χατίρι, παρότι συχνά αντιλαμβάνεται πως αυτό είναι παιδαγωγικό ατόπημα. Χρησιμοποιεί συχνά ανταλλάγματα για να πετύχει τη συμπεριφορά που θέλει από το παιδί του, στερώντας του ουσιαστικά την ικανοποίηση από τον εαυτό του. Ακόμη κι όταν αρνείται, το κάνει τόσο αδέξια, χωρίς σταθερότητα ή με εκρήξεις οργής, ώστε χάνει το σεβασμό, την εμπιστοσύνη του παιδιού. Αντί να αποτελεί αυτός το σταθερό σημείο αναφοράς για το παιδί, γίνεται ένας άνθρωπος που φοβάται να το αντιμετωπίσει, που υποχωρεί συστηματικά ή επιτίθεται άσκοπα ώστε να μη χάσει τον έλεγχο.

Καλλιεργώντας την υπευθυνότητα στο σχολείο

Τα παιδιά στην προσχολική ηλικία δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα αίτια της συμπεριφοράς των άλλων, αλλά και να αντιληφθούν τις επιπτώσεις των πράξεών τους. Συνηθίζουν να επικεντρώνουν την προσοχή τους σε κάποιο από τα στοιχεία του προβλήματος κι όχι συνολικά στο πρόβλημα, δεν συνειδητοποιούν αυτόματα τις πολλαπλές τους επιλογές. Συχνά η συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται από έλλειψη ελέγχου κι αυτοελέγχου. Απαιτείται να αξιοποιηθεί το κοινωνικό ενδιαφέρον που εκδηλώνουν ώστε ν’ ασκηθούν σε κοινωνικές δεξιότητες, ν’ αναπτύξουν διαπροσωπικές σχέσεις, να επικοινωνήσουν, να συνεργαστούν.

Οι εκπαιδευτικοί, έχοντας αυτά υπόψη τους, δεν αντιδρούν με άγχος στην εκδήλωση αρνητικών συναισθημάτων από τα παιδιά. Τα χρησιμοποιούν ως αφορμή για να θέσουν όρια, να συζητήσουν εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης προβλημάτων. Σχεδιάζουν μαζί με τα παιδιά ένα ασφαλές, οικείο, σταθερό περιβάλλον, όπου η συνεργατικότητα παίζει πρωταρχικό ρόλο, χωρίς να καταργεί την ιδιαιτερότητα κάθε παιδιού. Οι κανόνες θεσπίζονται από κοινού, ως αποτέλεσμα της εμπειρίας τους κι όλοι φροντίζουν για την τήρησή τους. Οι γονείς συνεργάζονται παίρνοντας κοινή θέση, ενισχύοντας τις πρακτικές του σχολείου.

Γεωργία Λάττα

Νηπιαγωγός / ειδική παιδαγωγός / συγγραφέας

http://www.deity.gr/georgia-latta/264-ypeuthinotita-kai-paidi#.T2g49Ge5haw.facebook

«Δουλειά» των παιδιών είναι το παιχνίδι!

Standard

«Αναρωτηθείτε αν θα μπορούσατε να ζήσετε εάν σας στερούσαν την δυνατότητα να γράφετε», είχε πει κάποτε ο συγγραφέας R.M. Rilke απευθυνόμενος στον συνομιλητή του και επίδοξο συγγραφέα, στο βιβλίο «Γράμματα σ΄ένα νέο ποιητή». Ας φανταστούμε να απευθύνουμε σ’ ένα παιδί και «επίδοξο υγιή» άνθρωπο, τα λόγια αυτά παραφράζοντάς τα κάπως έτσι: «αναρωτήσου αν θα μπορούσες να ζήσεις εάν σου στερούσαν την δυνατότητα να παίζεις». Μέσα από τούτα τα λόγια, αναγνωρίζουμε ήδη την ζωτική σημασία του παιχνιδιού, απαραίτητο για την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού τόσο σε ψυχικό επίπεδο όσο και σωματικό.

Της Λήδας Πασαλή*

Όμως, παρά την ραγδαία πρόοδο που έχουν παρουσιάσει τις τελευταίες δεκαετίες σε όλους τους τομείς οι κοινωνίες, υπάρχει μια σαφής τάση του σύγχρονου ανθρώπου να απομακρύνεται ή μάλλον να ξεχνάει αυτό που είναι φυσικό και να προσπαθεί να εντάσσει το παιδί σ’ ένα πλαίσιο που θα το ετοιμάζει ολοένα και περισσότερο να ανταπεξέλθει στην ανταγωνιστική κοινωνία και να πετύχει τους στόχους του όντας καταξιωμένο. Έτσι, λοιπόν συχνά από την πρώιμη παιδική ηλικία και κυρίως μέσω του επίσημου προσχολικού εκπαιδευτικού συστήματος, παρατηρείται μια προσπάθεια να κατευθύνουμε το παιδί κυρίως στο να αποκτήσει από νωρίς διάφορες δεξιότητές και να εμμένουμε στο να τις εξελίσσει και να καλλιεργεί διαρκώς τις διάφορες γνωστικές του ικανότητες όπως την μνήμη και την αντίληψη. Με αυτό τον τρόπο ίσως παρεμβαίνουμε αρκετά στην έμφυτη επιθυμία του να ανακαλύψει το καθετί μέσα από τους δικούς του ρυθμούς και το ατομικό του δυναμικό. Σαν αποτέλεσμα, ενίοτε μπλοκάρεται αυτή του η επιθυμία.

Κάπου στην πορεία λοιπόν, λόγω των απαιτήσεων για συνεχή πρόοδο ξεχνούμε ότι ο υγιής μετέπειτα ενήλικος δεν είναι απαραίτητα και ο πετυχημένος όπως αυτό ορίζεται από το σύνολο της κοινωνίας. Ο υγιής ψυχικά άνθρωπος είναι και εκείνος που καταφέρνει να γίνει ο εαυτός του. Για να επιτευχθεί αυτό το τόσο δύσκολο έργο για το οποίο αρχικά γονείς και παιδαγωγοί αναλαμβάνουμε την ευθύνη, οφείλουμε να δώσουμε πρόσβαση στο παιδί σε αυτό που φέρει μέσα του χωρίς να του το διδάξουμε , δίχως να το σχηματοποιήσουμε για χάρη του, παρά βοηθώντας το να αποκτήσει εκείνα τα ψυχικά εργαλεία που θα του επιτρέψουν να το ελευθερώσει. Δεν υπάρχει συνταγή για το πώς θα το πετύχουμε αυτό. Παρατηρώντας το κάθε παιδί προσπαθούμε να εντοπίσουμε τα ξεχωριστά του στοιχεία.

Το παιχνίδι λοιπόν, είναι ένας από τους πιο θεμελιώδεις τρόπους στην προσπάθεια να επιτευχθούν όλα αυτά. Τι ποιο φυσικό από το να παίζει ένα παιδί ;!

Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή D.W. Winnicott το παιχνίδι είναι κάτι παγκόσμιο, βοηθάει την ανάπτυξη και συμβάλει στην σωματική και νοητική υγεία. Το παιδί μέσα από το παιχνίδι οργανώνει τον ψυχικό του κόσμο, συνθέτει την ιδέα του εαυτού του σε σχέση με τον εξωτερικό του κόσμο και μέσα από αυτό εγκαθιδρύει σχέσεις με τους άλλους. Είναι ένας τρόπος να διαχειρίζεται τα άγχη και τις εσωτερικές εντάσεις του, τα οποία και σε ασυνείδητο επίπεδο είναι παρόντα στην ομαλή ψυχοκινητική ανάπτυξη, και μπορεί παίζοντας να δημιουργεί συμβολισμούς προκειμένου να «ερμηνεύσει» και κομμάτια του κόσμου των μεγάλων που είναι ούτως ή άλλως ακατανόητα για το ίδιο.

Μαζί με το συμβολικό και η φαντασία βρίσκει τον τρόπο να αναπτύσσεται και να μετατρέπεται σε δημιουργικότητα, σε κινήσεις σωματικές, λεκτικές, ψυχικές, νοητικές. Το παιχνίδι λοιπόν, είναι συνδεδεμένο με την «εκμάθηση» μιας ομιλίας με την έννοια της επαφής με τα συναισθήματα, τις συμπεριφορές, τους κανόνες, τις σχέσεις με τον ίδιο του τον εαυτό και τους άλλους καθώς και τόσες άλλες σημαντικότατες εμπειρίες που ενδοβάλλοντάς τα όλα τούτα σταθερά και συστηματικά μπαίνει ένα λιθαράκι για να γίνει κάποτε ένας ελεύθερος άνθρωπος, όντας ο αληθινός τους εαυτός και άρα πιο συνειδητός.

Επίσης, το παιχνίδι είναι μια «πρόβα» των καταστάσεων που απαρτίζουν την ζωή. Είμαι, έχω, κάνω, παίρνω, δίνω, αγαπώ, μισώ, ζω, πεθαίνω, όλα αυτά τα ρήματα και άλλα τόσα αποκτούν νόημα μέσα από την διαδικασία του παιχνιδιού. Παίζοντας εσωτερικεύει έννοιες, τις βιώνει, τις δημιουργεί και μαθαίνει να τις συνδέει με το έμψυχο και άψυχο περιβάλλον του. Η διάσημη γαλλίδα ψυχαναλύτρια F. Dolto έγραφε ότι «το παιχνίδι είναι πάντα μια ελπίδα απόλαυσης». Στερούμενοι λοιπόν, αυτή την ελπίδα είναι σαν να στερούμαστε την επιθυμία για ζωή.

Η απαιτητική καθημερινότητα του γονιού είναι επιφορτισμένη με πολλές υποχρεώσεις και μας εμποδίζει ενίοτε από το να βρούμε το κουράγιο για να κατανοούμε διαρκώς την ανάγκη του παιδιού να παίζει ακόμα και ακατάπαυστα ή να αφεθούμε εμείς στο να παίξουμε μαζί του και να είμαστε πλήρως ελεύθεροι στο να γίνουμε δημιουργικοί. Έτσι, δίχως να παραβλέπουμε και τις παραπάνω συνθήκες, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι το παιχνίδι, έστω και για λίγη ώρα και καθώς μπορεί να συντελεστεί οπουδήποτε ακόμα και χωρίς να δαπανήσουμε καθόλου χρήματα, είναι κάτι που εν τέλει έχει απεριόριστα οφέλη για το παιδί. Αλλά και για εμάς τους ίδιους το παιχνίδι έχει θετική επίδραση αφού μας διευκολύνει στην σχέση μας με το παιδί, μπορούμε να το γνωρίσουμε ή να το παρατηρήσουμε καλύτερα μέσα από την διαδικασία του παιχνιδιού. Επιπλέον, βρίσκοντας το κουράγιο να παίξουμε επωφελούμαστε ψυχικά καθώς αποβάλουμε το άγχος μας, ανανεωνόμαστε και «ξαναθυμόμαστε» το ποιοι είμαστε.

Τελικά, ας αναρωτηθούμε μήπως δίνεται τεράστια έμφαση και δαπανάται τεράστιος χρόνος και χρήμα στην σημασία της εκμάθησης και επιτυχίας του παιδιού και παραγκωνίζεται το παιχνίδι ως κάτι δευτερεύουσας σημασίας ενώ ουσιαστικά είναι η πιο αναγκαία εργασία του παιδιού. Άλλωστε υπάρχει μεγαλύτερη «επιτυχία» από ένα πραγματικά χαρούμενο παιδί ;

ΠΗΓΗ

*Η Λήδα Πασαλή είναι κλινική ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια.